Τα πρώτα τρία χρόνια ζωής, όταν ο εγκέφαλος αναπτύσσεται και ωριμάζει, είναι η πιο εντατική περίοδος για την απόκτηση των δεξιοτήτων λόγου και ομιλίας στα παιδιά. Αυτές οι δεξιότητες αναπτύσσονται καλύτερα σε ένα περιβάλλον που είναι πλούσιο σε ήχους, ερεθίσματα και συνεχή έκθεση στην ομιλία και τη γλώσσα των άλλων.

Φαίνεται ότι υπάρχουν κρίσιμες περίοδοι για την ανάπτυξη του λόγου και της ομιλίας σε βρέφη και μικρά παιδιά όταν ο εγκέφαλος είναι σε θέση να αφομοιώσει τη γλώσσα. Το παιδί αναπτύσσει τις γλωσσικές ικανότητες με το χρόνο. Επειδή τα παιδιά είναι διαφορετικά μεταξύ τους, το καθένα έχει το δικό του ρυθμό ανάπτυξης.

Η επιστήμη της Λογοθεραπείας ασχολείται με τις διαταραχές λόγου-ομιλίας, φωνής, μάσησης-κατάποσης και ροής της ομιλίας σε παιδιά και ενήλικες, όποια κι αν είναι η αιτία τους: νευρολογική, εξελικτική ή λειτουργική.

Τα περισσότερα παιδιά κάνουν κάποια λάθη καθώς μαθαίνουν να λένε νέες λέξεις. Μια διαταραχή ομιλίας συμβαίνει όταν τα λάθη συνεχίζονται μετά από μια ορισμένη ηλικία. Κάθε ήχος (φώνημα) έχει διαφορετικό εύρος ηλικιών που το παιδί πρέπει να τον κατακτήσει. Οι διαταραχές του λόγου περιλαμβάνουν προβλήματα με την άρθρωση (παραγωγή ήχων) και τις φωνολογικές διαδικασίες.

 

Παρακάτω παρουσιάζονται τα στάδια γλωσσικής ανάπτυξης των παιδιών, τα οποία βασίζονται στο μέσο όρο. Δεν χρειάζεται να αγχωθείτε αν το παιδί σας αποκλίνει ελαφρώς από αυτά, ωστόσο αν παρατηρήσετε κάτι ανησυχητικό στην ανάπτυξή του, επικοινωνήστε με τον παιδίατρό σας ή με κάποιον επαγγελματία λογοθεραπευτή.

0 – 6 μηνών

7 – 12 μηνών

13 – 18 μηνών

19 – 24 μηνών

2 – 3 ετών

3 – 4 ετών

4 – 5 ετών

 5 – 6 ετών

Αναγνωρίζει ήχους.

Ακούει και μιμείται περισσότερους ήχους.

Χρησιμοποιεί ηχολαλία και μη καταληπτή ομιλία (νεολογισμοί).

Χρησιμοποιεί λέξεις πιο συχνά από την ακατάληπτη ομιλία.

Ο λόγος του είναι όλο και πιο καταληπτός.

Καταλαβαίνει τη λειτουργία των αντικειμένων.

Κατανοεί τις έννοιες των αριθμών έως το 3.

Ονομάζει 6 βασικά χρώματα και 3 βασικά σχήματα.

Εντοπίζει τους ήχους γυρνώντας το κεφάλι.

Ακούει όταν του μιλάς.

Ακολουθεί απλές εντολές.

Αρχίζει να συνδυάζει ουσιαστικά και ρήματα.

Καταλαβαίνει το «ένα» και τα «πολλά».

Ρωτάει και απαντάει σε απλές ερωτήσεις (ποιος, τι, που, γιατί).

Αναγνωρίζει 1 - 3 χρώματα.

Ακολουθεί εντολές που αποτελούνται από 3 μέρη.

Επαναλαμβάνει τους ίδιους ήχους.

Καταλαβαίνει και αποκρίνεται στο όνομά του.

Παραλείπει μερικά αρχικά σύμφωνα και σχεδόν όλα τα τελικά σύμφωνα.

Απαντά στην ερώτηση «τι είναι αυτό;».

Ζητάει αντικείμενα με το όνομά τους.

Ακολουθεί εντολές που αποτελούνται από 2 - 3 μέρη.

Μετράει ως το 10 μηχανικά.

Κάνει ερωτήσεις με το «πως».

Μιμείται ήχους.

Καταλαβαίνει το ναι και το όχι.

Έχει εκφραστικό λεξιλόγιο από 3 έως 20 ή περισσότερες λέξεις (κυρίως ουσιαστικά).

Γίνεται πιο κατανοητό στους ξένους.

Συνεχίζει να ηχολαλεί όταν συναντά δυσκολίες στο λόγο.

Καταλαβαίνει διαφορές σε αντίθετες έννοιες (σταματώ – ξεκινώ, μέσα – έξω).

Απαντά σε σύνθετες ερωτήσεις που αποτελούνται από 2 μέρη.

Απαντά λεκτικά στο «Γεια» και στο «Τι κάνεις;».

Χρησιμοποιεί διαφορετικό κλάμα για να εκφράσει τις διαφορετικές του ανάγκες.

Χρησιμοποιεί μεγάλη ποικιλία ήχων όταν μουρμουρίζει.

Αναγνωρίζει 1 - 3 μέρη του σώματος.

Γνωρίζει 5 μέρη του σώματος.

Δείχνει εικόνες σε βιβλίο και τις ονομάζει.

Χρησιμοποιεί την ομιλία για να εκφράσει συναισθήματα.

Χρησιμοποιεί προτάσεις 4 - 8 λέξεων.

Ονομάζει τα αντίθετα.

Χαμογελάει όταν του μιλάνε.

Αρχίζει να μετατρέπει το μουρμούρισμα σε ακατάληπτη γλώσσα.

Συνδυάζει χειρονομίες και λόγο.

Ονομάζει επακριβώς ορισμένα οικεία αντικείμενα.

Αναγνωρίζει διάφορα μέρη του σώματος.

Χρησιμοποιεί 4 - 5 λέξεις στις προτάσεις.

Χρησιμοποιεί γραμματικά σωστές προτάσεις.

Χρησιμοποιεί τους παρελθοντικούς χρόνους και τους μέλλοντες κατάλληλα.

Χρησιμοποιεί τα φωνήματα /β/, /π/ και /μ/ όταν μουρμουρίζει.

Αναγνωρίζει λέξεις που σχετίζονται με συνηθισμένα αντικείμενα.

Αρχίζει να ζητά κάποια αντικείμενα που επιθυμεί.

Αρχίζει να χρησιμοποιεί αντωνυμίες.

Ακολουθεί απλές εντολές και απαντά σε απλές ερωτήσεις.

Αναγνωρίζει αντικείμενα με το όνομά τους.

Μειώνεται ο συνολικός αριθμός των επαναλήψεων.

Ονομάζει διαδοχικά τις ημέρες της εβδομάδας.

Η φωνή του εναλλάσσεται σε ύψος και ένταση.

Παράγει μία ή περισσότερες λέξεις.

 

Έχει εκφραστικό λεξιλόγιο 50 - 100 ή και περισσότερες λέξεις και αντιληπτικό λεξιλόγιο 300 ή περισσότερων λέξεων.

 

 

Έχει αντιληπτικό λεξιλόγιο 500 - 900 ή περισσότερων λέξεων
και εκφραστικό λεξιλόγιο 50 - 250 ή περισσότερων λέξεων. 

Χρησιμοποιεί ουσιαστικά και ρήματα πιο συχνά.

Έχει αντιληπτικό λεξιλόγιο 2800 ή περισσότερων λέξεων
και εκφραστικό λεξιλόγιο 900 -2000 ή περισσότερων λέξεων.

Έχει αντιληπτικό λεξιλόγιο 13000 λέξεις.

 

Κατανοεί απλές εντολές.

 

 

Κάνει ερωτήσεις με 1 ή 2 λέξεις.

Αντιλαμβάνεται τις έννοιες του παρελθόντος και του μέλλοντος.

Μειώνεται σημαντικά ο αριθμός των ηχητικών παραλείψεων και των υποκατάστατων.

Μετράει ως το 30 μηχανικά.

 

Έχει εκφραστικό λεξιλόγιο 1 – 3 λέξεων.

 

 

Καταλαβαίνει τα περισσότερα πράγματα από αυτά που λέγονται.

Έχει αντιληπτικό λεξιλόγιο 1200 – 2000 λέξεων
και εκφραστικό λεξιλόγιο 800 – 1500 λέξεων.

Ο λόγος του είναι συνήθως καταληπτός από τους ξένους.

Ανταλλάσσει πληροφορίες και κάνει ερωτήσεις.

 

 

 

 

Μιλάει με δυνατή φωνή.

Η χρήση της γραμματικής βελτιώνεται αν και κάποια λάθη επιμένουν.

Μιλά για εμπειρίες στο σχολείο, σε δραστηριότητες, σε σπίτια φίλων.

Επικοινωνεί εύκολα με ενήλικες και άλλα παιδιά.

 

 

 

 

Χρησιμοποιεί τα φωνήεντα σωστά.

Βάζει δύο γεγονότα σε χρονολογική σειρά.

Δίνει προσοχή σε μια ιστορία και απαντά σε απλές ερωτήσεις σχετικά με αυτή.

Χρησιμοποιεί προτάσεις με λεπτομέρειες.

 

 

 

 

Χρησιμοποιεί περίπου 27 φωνήματα.

Συμμετέχει σε συζητήσεις.

Αναδιηγείται με ακρίβεια μια μεγάλη ιστορία.

Τραγουδάει ολόκληρα τραγούδια και απαγγέλει παιδικά ποιηματάκια.

 

 

 

 

Χρησιμοποιεί το βοηθητικό ρήμα «είναι».

Κάνει σωστή χρήση του πληθυντικού, των κτητικών αντωνυμιών και των ρημάτων του αορίστου.

 

 

 

 

 

 

Χρησιμοποιεί μερικά ομαλά ρήματα στον αόριστο, κτητικές αντωνυμίες και προστακτική.

 

 

 

Μια διαταραχή άρθρωσης συνεπάγεται με προβλήματα στην παραγωγή των ήχων της ομιλίας, τα οποία επιμένουν και έπειτα από τη φυσιολογική ηλικία, που έπρεπε να έχουν κατακτηθεί (συνήθως σε ηλικία 4 ετών και άνω) ή εάν το παιδί δεν είναι σε θέση να πει τους ήχους που έχει κατακτήσει η πλειοψηφία των συνομηλίκων του. Οι ήχοι μπορούν να αντικατασταθούν, να αλλοιωθούν, να προστεθούν ή να παραλειφθούν. Οι διαταραχές της άρθρωσης μπορεί να επηρεάσουν τη σαφήνεια της ομιλίας του παιδιού, οπότε ενδέχεται να δυσκολεύουν την επικοινωνία τους με τους άλλους.

Πού μπορεί να οφείλονται:
Οι διαταραχές άρθρωσης μπορεί να οφείλονται σε μειωμένο έλεγχο ή σε αδυναμία των μυών και των νεύρων που σχετίζονται με την άρθρωση, όπως αδυναμία ελέγχου της γλώσσας, αδύναμα χείλη, μειωμένη διάρκεια ή ένταση εκπνοής, ή παράλυση του προσωπικού νεύρου. Επίσης, σε προβλήματα στη δομή των οργάνων της άρθρωσης, όπως υπερτροφική γλώσσα, κοντό χαλινό γλώσσας, ελλείψεις ή κακή σύγκλιση δοντιών, σχισμένο χείλος ή ουρανίσκος. Τέλος, μπορεί να οφείλεται σε ένα λανθασμένο μοντέλο παραγωγής φωνημάτων.

Τα συμπτώματα:
• Αντικατάσταση φωνημάτων με άλλα φωνήματα: π.χ. /θ/έλω - /σ/έλω, αγκάθι - αγκάφι.
• Παράλειψη φωνημάτων ή συλλαβών: π.χ. μέλι - μέι, καραμέλα – καμέλα.
• Απλοποιήσεις συμπλεγμάτων: π.χ. στρατηγός - στατηγός, βρύση – βύση.
• Αλλοιώσεις φωνημάτων: π.χ. αντί για το /ρ/ ή το /λ/, το παιδί παράγει έναν ήχο που ακούγεται σαν /γι/ π.χ. καρύδι - κα/γι/δι, λιοντάρι -/γι/οντάρι.

Εάν το παιδί σας έχει διαταραχή άρθρωσης, συνιστάται γενικά η παρέμβαση και η θεραπεία από λογοθεραπευτή. Ο θεραπευτής θα βοηθήσει το παιδί σας στην παραγωγή του επιθυμητού φωνήματος, μέσω της σωστής τοποθέτησης των μυών της άρθρωσης (γλώσσα, χείλη). Σταδιακά το παιδί θα μάθει να παράγει το σωστό ήχο μέσα σε λέξεις, φράσεις, προτάσεις και στο τέλος θα μάθει να γενικεύει τη χρήση του σωστού ήχου στην καθημερινότητα. Η πρακτική εκτός των συνεδριών θεραπείας είναι πολύ σημαντική για την επίτευξη προόδου.

Οι Φωνολογικές Διαταραχές περιλαμβάνουν μορφές ηχητικών σφαλμάτων και μια απλούστευση του ηχητικού συστήματος που επηρεάζει επίσης τη δυνατότητα κατανόησης και ενδεχομένως της επικοινωνίας του παιδιού. Τα παιδιά με προβλήματα φωνολογικής διαδικασίας επιδεικνύουν δυσκολία στην απόκτηση ενός φωνολογικού συστήματος, που περιλαμβάνει την οργάνωση και την παραγωγή των πρότυπων ήχων στον εγκέφαλο, χωρίς απαραίτητα να υπάρχει κάποιο ανατομικό ή νευρολογικό πρόβλημα, όπως στις διαταραχές άρθρωσης. Αυτό παρατηρείται συνήθως στα μικρά παιδιά των οποίων η ομιλία είναι ακατανόητη, αλλά μπορεί επίσης να παρατηρηθεί σε κανονικά αναπτυσσόμενα παιδιά στο επίπεδο του νηπιαγωγείου.

Παραδείγματα:
• Το παιδί αντικαθιστά το φώνημα /σ / με το φώνημα /θ /: π.χ. /σ/ημαία - /θ/ημαία.
• Το παιδί αντικαθιστά όλα τα πίσω φωνήματα με μπροστινά φωνήματα: π.χ. όλα τα /κ/ τα παράγει ως /τ/ , /κ/άνω - / τ/άνω, /κ/ουζίνα - /τ/ουζίνα.
• Το παιδί απλοποιεί ή απαλείφει φωνήματα: π.χ. σκουπίζω - κουπίζω, γάτα - άτα.
• Το παιδί αντιμεταθέτει ή αντιστρέφει φωνήματα ή συλλαβές σε λέξεις: π.χ. κατσίκα - καστίκα , πακέτο - καπέτο .

Η διαφορά μεταξύ μιας αρθρωτικής και μιας φωνολογικής διαταραχής είναι ότι στη διαταραχή της άρθρωσης το παιδί παρουσιάζει δυσκολία στην παραγωγή των ήχων της ομιλίας, ενώ στη φωνολογική διαταραχή η δυσκολία ενός παιδιού παρουσιάζεται στο φωνολογικό σύστημα, που περιλαμβάνει την οργάνωση και την παραγωγή των πρότυπων ήχων στον εγκέφαλο.

Ο τραυλισμός είναι μια διαταραχή ομιλίας που συνεπάγεται συχνά και σημαντικά προβλήματα με την κανονική ευχέρεια και τη ροή της ομιλίας και εμφανίζεται με ασυντόνιστες κινήσεις του μυϊκού συστήματος, της αναπνοής, της φωνής και της άρθρωσης. Μπορεί να παρουσιαστεί στην αρχή ή τη μέση του λόγου σαν επανάληψη συλλαβών, φθόγγων και λέξεων ή σαν ένα επίμονο κόμπιασμα σε έναν φθόγγο.

Το τραύλισμα είναι συχνό στα μικρά παιδιά ως ένα φυσιολογικό μέρος της διαδικασίας εκμάθησης της ομιλίας. Τα μικρά παιδιά μπορεί να τραυλίσουν όταν οι γλωσσικές τους ικανότητες δεν αναπτύσσονται αρκετά, ώστε να συντονίζονται με αυτό που θέλουν να πουν. Τα περισσότερα παιδιά ξεπερνούν αυτόν τον αναπτυξιακό τραυλισμό.
Μερικές φορές, ωστόσο, ο τραυλισμός μπορεί να επιμένει και να είναι μια χρόνια πάθηση, που συνεχίζει και στην ενηλικίωση. Αυτός ο τύπος τραυλισμού μπορεί να έχει αντίκτυπο στην αυτοεκτίμηση και την αλληλεπίδραση με τους άλλους ανθρώπους.

Συμπτώματα:
• Δυσκολία στην εκκίνηση μιας λέξης, φράσης ή πρότασης.
• Παράταση μιας λέξης ή ήχων μέσα σε μια λέξη.
• Επανάληψη ενός ήχου, συλλαβής ή λέξης.
• Σύντομη σιωπή για ορισμένες συλλαβές ή λέξεις ή παύσεις μέσα σε μια λέξη.
• Προσθήκη επιπλέον φωνών, όπως «εμμ», όταν παρουσιάζεται δυσκολία μετάβασης στην επόμενη λέξη.
• Υπερβολική ένταση, σφίξιμο ή κίνηση του προσώπου ή του άνω μέρους του σώματος για την παραγωγή μιας λέξης.
• Άγχος όταν πρόκειται να ξεκινήσει η ομιλία.
• Περιορισμένη ικανότητα αποτελεσματικής επικοινωνίας.

Οι δυσκολίες ομιλίας του τραυλισμού μπορεί να συνοδεύονται από:
• Γρήγορο τρεμόπαιγμα του ματιού.
• Δονήσεις των χειλιών ή των γνάθων.
• Τικ προσώπου.
• Σφίξιμο των γροθιών.

Ο τραυλισμός μπορεί να χειροτερεύει, όταν το άτομο είναι ενθουσιασμένο, κουρασμένο, αγχωμένο ή όταν αισθάνεται πιεσμένο. Καταστάσεις, όπως το άτομο να μιλήσει μπροστά σε μια ομάδα ή στο τηλέφωνο, μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολες για τους ανθρώπους που τραυλίζουν.
Ωστόσο, πολλοί άνθρωποι που τραυλίζουν μπορεί να μιλήσουν με κανονική ροή όταν μιλάνε για τον εαυτό τους ή όταν τραγουδούν.

Πότε να συμβουλευτείτε έναν ειδικό:
Είναι κοινό για τα παιδιά ηλικίας 2 έως 5 ετών να περνούν περιόδους κατά τις οποίες μπορεί να τραυλίζουν. Για τα περισσότερα παιδιά, αυτό είναι μέρος της προσπάθειας να μάθουν να μιλούν, και βελτιώνεται από μόνο του. Ωστόσο, ο τραυλισμός που επιμένει, μπορεί να απαιτεί θεραπεία για να βελτιωθεί η ευχέρεια της ομιλίας.

Επικοινωνήστε με τον παιδίατρό σας ή έναν επαγγελματία λογοθεραπευτή αν ο τραυλισμός:
• Διαρκεί περισσότερο από έξι μήνες.
• Συνδέεται με άλλα προβλήματα ομιλίας ή γλώσσας.
• Γίνεται πιο συχνός ή συνεχίζεται καθώς μεγαλώνει το παιδί.
• Εμφανίζεται με μυϊκή σύσφιξη ή εμφανώς το παιδί αγωνίζεται για να μιλήσει.
• Επηρεάζει την ικανότητα αποτελεσματικής επικοινωνίας στο σχολείο ή στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.
• Προκαλεί άγχος ή συναισθηματικά προβλήματα, όπως φόβο ή αποφυγή καταστάσεων όπου απαιτείται ομιλία.
• Αρχίσει στην ενήλικη ζωή του ατόμου.

Πηγή: Σύλλογος Επιστημόνων Λογοπαθολόγων Λογοθεραπευτών Ελλάδος (ΣΕΛΛΕ).
Μοιραστείτε το: